Γιατί αυτό το blog;

Είμαι μοναχοπαίδι. Ήμουν μάλιστα ένα πολύ στριφνό και κακομαθημένο μοναχοπαίδι, που φρικίαζε και μόνο στην ιδέα να αποκτήσει αδελφάκι και βασάνιζε για ώρες τη μητέρα του, μέχρι να του υποσχεθεί ότι δε θα υπάρξει ποτέ άλλο παιδάκι στην οικογένεια εκτός από το ίδιο. Πώς διασκέδαζα τις ώρες της μοναξιάς μου – που ναι, ας το παραδεχτώ πια, ήταν πολλές;

Διαβάζοντας. Πλέοντας κυριολεκτικά μέσα σε ωκεανούς από βιβλία, στην αρχή παιδικά, μετά εφηβικά, μετά όλο και πιο συχνά βιβλία ενηλίκων, που τα ξεπέταγα μέσα σε λίγες μέρες ή και ώρες και που σαφώς προτίμαγα από άλλες διασκεδάσεις, όπως π.χ. την παρέα συνομηλίκων μου.

Εξακολουθώ να διαβάζω φανατικά, εξακολουθώ να προτιμώ να κλειστώ στο δωμάτιό μου με ένα καλό βιβλίο παρά να περάσω δυό ώρες σε ένα πνιγηρό cafe παρέα με κάποιο άτομο που δε πολυσυμπαθώ πραγματικά συζητώντας για πράγματα που δε με ενδιαφέρουν αληθινά παριστάνοντας τη σούπερ κοινωνική – που δεν είμαι.

Εδώ λοιπόν θα γράφω για βιβλία που διαβάζω. Για να μη τα ξεχνάω. Για να κινητοποιήσω ίσως κι άλλους να τα διαβάσουν. Και γιατί μόνο οι αληθινοί βιβλιόφιλοι αλληλοκαταλαβαίνονται. Και αναγνωρίζουν τη συντροφιά, την υποστήριξη, ακόμα και τη γνήσια στοργή που μπορεί να σου προσφέρει ένα βιβλίο.

post

Advertisements

Καρυδότσουφλο

Ο Ίαν Μακ Γιούαν είναι ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς, ένας από τους συγγραφείς των οποίων το έργο παρακολουθώ ανελλιπώς, ένας από τους συγγραφείς των οποίων τρέχω πάντα να αγοράσω άμεσα το καινούριο βιβλίο.

Είμαι λοιπόν αρκετά εξοικειωμένη με το ύφος του, λιτό αλλά και κυνικό, κάποιες φορές στριφνό, κουραστικό, ίσως και ανιαρό, ειδικά όταν επιδίδεται σε αυτές τις εξαντλητικές περιγραφές του – ποιός μπορεί να ξεχάσει τις δεκάδες σελίδες χειρουργικής επέμβασης στο “Σάββατο” ή το εξαντλητικό ματς στο “Σολάρ”; Είμαι επίσης εξοικειωμένη και με τη θεματολογία του, ιστορίες που μοιάζουν ασήμαντες με την πρώτη ματιά, κρύβουν όμως πάντα μια ανατροπή, ένα μικρό κομμάτι τρόμου, ένα ρήγμα που διασαλεύει τον τακτοποιημένο κόσμο των ηρώων.

Στα τελευταία του βιβλία παρατηρώ ότι τον απασχολούν θέματα σχετικά με παιδιά. Παιδιά που χάνονται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο (“Χαμένο παιδί”, “Νόμος περί τέκνων”). Το “Καρυδότσουφλο” έχει κι αυτό ήρωα ένα παιδί. Ένα παιδί αγέννητο, ένα έμβρυο, που, όντας ακόμα στην κοιλιά της μητέρας του, της όμορφης και επιπόλαιης Τρούντυ, γίνεται μάρτυρας της ερωτικής της σχέσης με τον Κλοντ, τον αδερφό του πατέρα του, αλλά και του σατανικού σχεδίου των δυο τους να τον δολοφονήσουν προκειμένου να κληρονομήσουν το όμορφο σπίτι του.

Το παιδί παρακολουθεί τα πάντα μέσα από τη μήτρα της Τρούντυ, σκέφτεται με τρόπους περίπλοκους και λογοτεχνικούς – άλλωστε, ο πατέρας του, ο Τζον, είναι γνωστός ποιητής, οπότε μπορούμε να πούμε ότι είναι στο DNA του -, απεχθάνεται τον βίαιο και ανόητο Κλοντ, προσπαθεί με διάφορα τεχνάσματα να τον απομακρύνει από τη μητέρα του, μοιράζεται μαζί της την ενοχή για τον φόνο του πατέρα του και απολαμβάνει ιδιαίτερα το…ακριβό κρασί! Είναι λοιπόν ένα ιδιαίτερο πλάσμα, εκλεπτυσμένο, εύστροφο και ευαίσθητο, που πριν καν γεννηθεί απογοητεύεται από τη σκληρότητα, τη χυδαιότητα και την ασχήμια του κόσμου και των οικείων του, χωρίς όμως ποτέ να παύει να λαχταρά και το δικό του κομμάτι γήινων απολαύσεων, το δικό του μερίδιο ανθρώπινης ηδονής και οδύνης.

Το “Καρυδότσουφλο” είναι ένα μικρό βιβλίο, που αφηγείται μια συνηθισμένη ιστορία με ασυνήθιστο τρόπο. Ενώ έχει πολλά και βαθιά νοήματα, το πομπώδες ύφος του ίσως να κουράσει όσους δε γνωρίζουν τον συγγραφέα. Πάντως η πρωτοτυπία του, το βιτριολικό του χιούμορ και ο εντελώς ξεχωριστός του ήρωας σίγουρα δε θα αφήσουν κανέναν παραπονεμένο!

Καρυδότσουφλο, Ίαν Μακ Γιούαν, εκδόσεις Πατάκη, 254 σελίδες.

Lexicon

Το “Lexicon” του αυστραλού Max Barry είναι ένα βιβλίο για ανθρώπους που δε τους αρέσουν τα βιβλία. Μοιάζει περισσότερο με αμερικάνικη ταινία δράσης, από αυτές με τα ανελέητα κυνηγητά και το διαρκές πιστολίδι παρά με λογοτεχνικό κείμενο. Έχει έντονη, καταιγιστική δράση, υποτυπώδεις διαλόγους και δυο κεντρικούς ήρωες που θα τους ζήλευε πραγματικά το Χόλιγουντ, σε σημείο που είναι να απορείς πώς δεν έχει ήδη φροντίσει κάποιος διάσημος σκηνοθέτης να αγοράσει τα δικαιώματα του βιβλίου, για να το κάνει ταινία.

Πρόκειται για την ιστορία μιας μυστικής και ιδιαίτερης οργάνωσης, που έχει σκοπό να κατακτήσει τον κόσμο, με όπλο…τη γλώσσα. Η οργάνωση διαθέτει μια σχολή, όπου νεαρά, έξυπνα και ταλαντούχα άτομα εκπαιδεύονται στην τέχνη της πειθούς και με τη βοήθεια ειδικών ταξινομήσεων και παράξενων λέξεων μαθαίνουν να ξεκλειδώνουν και να χειραγωγούν τα μυαλά των υπόλοιπων ανθρώπων, ώστε να τους βάζουν να κάνουν ακριβώς ό,τι τους ζητείται. Στη συνέχεια, βαφτίζονται με το όνομα διάσημων νεκρών ποιητών και εξαπολύονται στον κόσμο σαν μάστιγα.

Εμείς παρακολουθούμε την ιστορία εναλλάξ από τη μεριά των δυο βασικών ηρώων, της Έμιλυ, μιας νεαρής αλήτισσας, που εγκαταλείπει γρήγορα τις σπουδές της στην εν λόγω σχολή μετά από ένα ατυχές συμβάν, αλλά οι γνώσεις της την καθιστούν επικίνδυνη για την οργάνωση και για αυτό την “εξορίζει” και του Χάρι, του αγοριού που αυτή ερωτεύεται τρελά στον τόπο εξορίας της, με μοιραίες συνέπειες για όλους. Ανάμεσα στις ιστορίες των δυο τους παρεμβάλλονται και υποτιθέμενα άρθρα από εφημερίδες και e-mails, που εμπλουτίζουν περαιτέρω την πλοκή.

Το βιβλίο διαβάζεται γρήγορα και έχει πολύ ενδιαφέρον. Είναι σχεδόν εθιστικό, αν και θα ήθελα λίγη περισσότερη ανάλυση χαρακτήρων και λίγο λιγότερο ανθρωποκυνηγητό. Είναι φουτουριστικό, αγωνιώδες κα ζοφερό, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς πόσα πράγματα από αυτά που λέει γίνονται ήδη. Τελειώνοντάς το, μπήκα στον πειρασμό να απέχω για λίγο από τα social media ή να παρακολουθώ πιο προσεκτικά τον τρόπο με τον οποίο χειραγωγούμαι ασυνείδητα από τις διαφημίσεις, τις ιστοσελίδες που διαβάζω στο internet, την τηλεόραση. Φυσικά αμέσως μετά έγραψα αυτό το post και έσπευσα να το κοινοποιήσω στο facebook…

Lexicon, Μαξ Μπάρυ, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 447 σελίδες.

Το σπίτι με τις κούκλες

Το πρώτο βιβλίο του M.J. Arlidge που διάβασα ήταν το “Α μπε μπα μπλομ”, πέρσι το καλοκαίρι, στις διακοπές μου στην Αλόννησο. Δεν είμαι ιδιαίτερα fan των αστυνομικών μυθιστορημάτων και μάλλον είμαι από τα ελάχιστα άτομα στον κόσμο που βρίσκουν φριχτά ανιαρή τη σκανδιναβική αστυνομική λογοτεχνία – αν και, εννοείται, ότι διάβασα αρκετό Jø Nesbo, όταν ήταν στη μόδα, χωρίς να συμμερίζομαι ακριβώς τον ντόρο που ξεσήκωσε ο πασίγνωστος πια ήρωάς του, Χάρι Χόλε.

Το πρώτο βιβλίο του Arlidge το διάβασα κυριολεκτικά μέσα σε μισή μέρα, λιώνοντας στην παραλία και αργότερα στο σκιερό μπαλκόνι του εξοχικού μου. Γυρνώντας στην Αθήνα, έσπευσα να αγοράσω το καινούριο του τότε “Στο στόμα του λύκου”, που το απόλαυσα κι αυτό κάτω από τον καυτό ήλιο, σε άλλο μέρος. Το “Σπίτι με τις κούκλες” είναι το τρίτο βιβλίο του που διαβάζω, αν και χρονικά εντάσσεται μετά το “Γύρω γύρω όλοι”, που ακολουθεί το ” Α μπε μπα μπλομ”.

Αυτό που αγαπάει κανείς στα βιβλία του είναι, υποθέτω, κυρίως η απίστευτη πρωταγωνίστριά του, η επιθεωρήτρια Έλεν Γκρέις. Αν ο Χάρι Χόλε του Nesbo σας φαίνεται κατεστραμμένος, τότε μάλλον δεν έχετε γνωρίσει ακόμα την Έλεν, την πιο τραυματισμένη, kinky και ιδιαίτερη επιθεωρήτρια αστυνομικής λογοτεχνίας των τελευταίων χρόνων. Η ιστορία της ζωής της είναι μια ιστορία κακοποίησης, πόνου και απώλειας, με την οποία έρχεται αντιμέτωπη ξανά και ξανά, αφού όλες οι υποθέσεις που αναλαμβάνει σχετίζονται με κάποιον τρόπο με την ίδια.

Το βιβλίο αυτό του Arlidge, που εκδόθηκε το 2016, είναι το λιγότερο ενδιαφέρον από τα τρία που έχω διαβάσει. Ο serial killer που πρωταγωνιστεί εδώ έχει εμμονή με ένα συγκεκριμένο είδος κοπέλας. Απαγάγει συστηματικά τέτοιες κοπέλες και μετά τις φυλακίζει προς ιδίαν χρήσιν σε ένα ιδιότυπο “κουκλόσπιτο” που έχει κατασκευάσει. Η Έλεν φυσικά δε θα αργήσει να τον ξετρυπώσει και στη συνέχεια να τον καταδιώξει αλύπητα.

Ιδανικό για παραλία, χαλάρωση, διακοπές, το βιβλίο αυτό, όπως και τα υπόλοιπα του Arlidge, που εκδίδονται το ένα μετά το άλλο στη χώρα μας, είναι μια ένοχη απόλαυση, που ένας σοβαρός βιβλιόφιλος δε θα έπρεπε να τη στερεί από τον εαυτό του. Δεν μπορούμε να τρεφόμαστε διαρκώς μόνο με βαριά κουλτούρα, έτσι δεν είναι;

Το σπίτι με τις κούκλες, M.J. Arlidge, εκδόσεις Διόπτρα, 415 σελίδες.

Κόνδωρ

Όταν διάβασα, πέρσι, το “Μαπούτσε” του Caryl Férey, πραγματικά συγκλονίστηκα. Ήταν το πρώτο του βιβλίο που διάβαζα και το μυστήριο κράμα του αστυνομικής λογοτεχνίας, beat ηρώων, άγονων τόπων και ιστοριών για ιθαγενείς λαούς αλλά και σύγχρονες δικτατορίες ήταν κάτι εντελώς φρέσκο και πρωτότυπο για μένα, που με κατέκτησε αμέσως. Ενώ τα παλιότερα έργα του καταπιάνονταν με λαούς της Νέας Ζηλανδίας (Χάκα και Ούτου) ή της Αφρικής (Ζουλού), εκείνο είχε για ηρωίδα μια μαπούτσε, ιθαγενή της Λατινικής Αμερικής και έμπλεκε με υπέροχο τρόπο την άγρια ιστορία του εκτοπισμού της φυλής της με τα σύγχρονα τραύματα της χώρας της, της Αργεντινής. Οι εικόνες του βιβλίου του Férey με τις αχανείς εκτάσεις και τα ανοίκεια τοπία της με ακολουθούσαν μέρες μετά, ενώ η ωμή έως και απεχθής βία κάποιων σκηνών του με στοίχειωνε καιρό.

Το νέο του βιβλίο, “Κόνδωρ”, διαδραματίζεται κι αυτό στη Λατινική Αμερική, στη Χιλή αυτή τη φορά. Η ηρωίδα είναι και πάλι μια νεαρή μαπούτσε, η Γκαμπριέλα, μια όμορφη αλήτισσα με αίμα σαμάνας μάγισσας, που κινηματογραφεί ρεαλιστικά ντοκιμαντέρ, μένει σε μια γειτονιά με φαβέλες, είναι bisexual και οι καλύτεροι της φίλοι είναι ο ηλικιωμένος ιερέας της περιοχής και ένας πρώην αντάρτης. Κάποιοι μυστήριοι θάνατοι χαμινιών από ναρκωτικά την αναγκάζουν να αναλάβει δράση και η μοίρα τη φέρνει έτσι κοντά στον Εστέμπαν, έναν πλούσιο και όμορφο δικηγόρο, που φέρει τον πλούτο του ως τραύμα και, για να εξιλεωθεί, αναλαμβάνει μόνο “χαμένες υποθέσεις” και φαντασιώνεται ότι είναι μέγας συγγραφέας. Οι δυο τους θα ερωτευτούν παράφορα και θα προσπαθήσουν να λύσουν την υπόθεση, σκορπίζοντας γύρω τους το θάνατο αλλά και τη λύτρωση.

Αν και το κλίμα που με εντυπωσίασε στο προηγούμενο βιβλίο, είναι ακόμα εδώ – παράξενα, άγονα τοπία, καταραμένοι ήρωες, διεφθαρμένα καθεστώτα, ανήθικες συναλλαγές, απελπισμένοι έρωτες- αυτή τη φορά βαρέθηκα κάπως, ένιωσα σα να ήξερα ήδη την ιστορία, η οποία, επιπλέον, μου φάνηκε απλοϊκή και προχειρογραμμένη σε κάποια σημεία ή ανοικονόμητη και υπερβολική σε κάποια άλλα. Το βιβλίο είναι σίγουρα ιδιαίτερο, ροκ κατά μια ευρύτερη έννοια, με θεματολογία που δε συναντάς συχνά και ήρωες που βασανίζονται κάπως αδικαιολόγητα. Η γλώσσα είναι επίσης αναποφάσιστη. Κάποιες φορές απλή και λαϊκή, άλλες λυρική και σχεδόν παραληρηματική, δε σε αφήνει να βουλιάξεις πλήρως στην ιστορία, αποσπώντας σε με το διχασμό της. Τελικά, μάλλον δε μπορώ ακόμα να εκφέρω αντικειμενική γνώμη για τον συγγραφέα και το έργο του. Υποθέτω ότι χρειάζεται να διαβάσω ακόμα ένα βιβλίο του για να αποφασίσω.

Κόνδωρ, Caryl Férey, εκδόσεις Άγρα, 453 σελίδες.

Γλυκό τραγούδι

Εκείνη την ημέρα η Μιριάμ, μάχιμη δικηγόρος, επιστρέφει νωρίς στο σπίτι της. Είναι χαρούμενη, φορτωμένη δωράκια και γλυκά για τα δυο παιδιά της, τον Αντάμ, που είναι ακόμα στην κούνια και τη Μιλά, που είναι ένα ζωηρό νήπιο. Έχει αγοράσει και ένα κομμάτι κέικ, το αγαπημένο της, για τη Λουίζ, την περίφημη νταντά της, την ιδανική νταντά, τη νταντά που ζηλεύουν όλες οι άλλες μητέρες και όλη η γειτονιά συζητάει για την ευγένεια, την κομψότητα, τη συνέπεια, την αφοσίωσή της. Όταν όμως ανοίγει την πόρτα του μικρού της διαμερίσματος, η ζωή της θρυμματίζεται για πάντα. Τα παιδιά της είναι νεκρά. Η νταντά έχει σκοτώσει τα παιδιά.

Ήδη από την πρώτη σελίδα, από την πρώτη πρόταση του βιβλίου της Λεϊλά Σλιμανί, ο αναγνώστης γνωρίζει ότι παγιδεύεται σε έναν αργό και αναπόδραστο εφιάλτη. Η φριχτή πράξη έχει ήδη τελεστεί, το αίμα έχει ήδη χυθεί, η κάθαρση δε θα έρθει ποτέ. Και τότε γιατί να διαβάσει όλο το υπόλοιπο βιβλίο, ένα εξαντλητικό προφίλ της Λουίζ, της “τέλειας γκουβερνάντας”, που εισχωρεί αργά και μεθοδικά στη ζωή της Μιριάμ και του Πολ και των δυο μικρών παιδιών τους, μέχρι να τους γίνει απολύτως απαραίτητη, μέχρι να ενσωματωθεί πλήρως στην οικογένειά τους, προτού αρχίσει να εμφανίζει ρήγματα στον άψογο επαγγελματισμό της, στον -τελικά – εύθραυστο ψυχισμό της;

Η απάντηση είναι γιατί το “Γλυκό τραγούδι” είναι ένα καλογραμμένο και ευφυές βιβλίο που είναι ανατριχιαστικό και τρομακτικό ακριβώς γιατί σε αφήνει να εισχωρήσεις στο μυαλό και στην ψυχή αυτής της γυναίκας-δολοφόνου, που γίνεται ακόμα πιο απεχθής ακριβώς γιατί είναι αυτή που υποτίθεται ότι οφείλει να προστατεύσει τα παιδιά που της έχουν εμπιστευτεί, αν και πάντα, σύμφωνα με τη συγγραφέα “είναι ένα είδος τρέλας να εμπιστεύεσαι ό,τι πιο πολύτιμο έχεις σε μια παντελώς άγνωστη γυναίκα. Αν το καλοσκεφτείς, μπορείς να χάσεις το μυαλό σου”.

Η μητρική και συζυγική σχέση, το σύγχρονο άστυ, η καπιταλιστική κοινωνία, η αποξένωση, οι σχέσεις εξουσίας, οι μικροί τρόμοι της καθημερινότητας, οι ταξικές και πολιτισμικές σχέσεις, είναι όλα θέματα που θίγονται στο βιβλίο. Το εύρημα δε αυτού είναι ότι η μητέρα-εργοδότρια είναι μια γυναίκα αραβικής καταγωγής – όπως άλλωστε και η ίδια η συγγραφέας – και η γκουβερνάντα-υπάλληλος μια ευρωπαία, μια “δυτική”, γεγονός που αποτελεί μια απρόσμενη εναλλαγή ρόλων από ό,τι θα περίμενε ίσως ο αναγνώστης.

Το “Γλυκό τραγούδι” έχει τιμηθεί με το βραβείο Goncourt 2016 και έχει ήδη μεταφραστεί σε 31 χώρες και πουλήσει δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα παγκοσμίως.

Γλυκό τραγούδι, Λεϊλά Σλιμανί, εκδόσεις Ψυχογιός, σελίδες 296.

Bonita Avenue 

Την πρώτη φορά που άκουσα γι’ αυτό το βιβλίο ήταν από τον φίλο μου τον Μιχάλη, με τον οποίο τα λογοτεχνικά μας γούστα είναι αρκετά κοντά, οπότε και ακούω πάντα με μεγάλη προσοχή τις προτάσεις του. Παρόλο λοιπόν που αυτός ο άντρας έχει καταναλώσει τεράστιες ποσότητες ζοφερών και δύσκολων μυθιστορημάτων, το συγκεκριμένο, μου είχε πει, τον είχε ενοχλήσει και σοκάρει βαθύτατα.

Έφερα πολλές φορές στο μυαλό μου τα λόγια του καθώς το διάβαζα. Τί τον σόκαρε τόσο πολύ; Θα είχα ενοχληθεί κι εγώ, αναρρωτιόμουν, αν ήμουν μητέρα; Βλέπετε, το μυθιστόρημα του ολλανδού Peter Buwalda θίγει ένα από τα βασικότερα ταμπού της εποχής μας: την ερωτικοποιημένη σχέση πατέρα – κόρης και τις δυσμενείς συνέπειες που μπορεί να έχει αυτή, αν για κάποιο λόγο ξεφύγει από τα όρια.

Ο ήρωας του βιβλίου, Σιμ Σιχέριες, είναι ένας καλός, ηθικός άντρας, διαπρεπής μαθηματικός, πρώην τζουντόκα, που πρόκειται σύντομα να υπουργοποιηθεί. Από τον πρώτο του γάμο έχει έναν γιο, τον οποίο αγνοεί επιδεικτικά, μια και πρόκειται για τον απόλυτο loser, έναν αλητόβιο που βρίσκεται στη φυλακή για ένα αποτρόπαιο έγκλημα. Ο Σιμ όμως είναι εξαιρετικά περήφανος για τις δυο θετές του κόρες από το δεύτερο γάμο του, κορίτσια καλοαναθρεμμένα, όμορφα και σπουδαγμένα, που τα μεγάλωσε σαν αληθινά παιδιά του. Μέχρι που ανακαλύπτει ότι η μια από αυτές, η Τζόνι, διατηρεί, με τη βοήθεια και του Άαρον, του ψυχωσικού φωτογράφου εραστή της, ένα πορνογραφικό site στο Internet, στο οποίο είναι πελάτης και ο ίδιος. Τα πράγματα περιπλέκονται ακόμα περισσότερο όταν ο Ουίλμπερτ, ο γιος του, αποφυλακίζεται, κάνει την ίδια ειδεχθή ανακάλυψη και αποφασίζει να τον εκβιάσει.

Η υπόθεση του βιβλίου είναι συγκλονιστική, η ροή όμως της πλοκής μοιάζει μερικές φορές να κολλάει ή να επιβραδύνεται. Ίσως φταίει το ότι οι αφηγητές είναι τρεις – ο Σιμ, η Τζόνι και ο Άαρον-, μιλούν διαρκώς εναλλάξ και ο χωροχρόνος είναι επίσης ανακατεμένος – από την Ολλανδία στην Αμερική και πάλι πίσω, από το παρόν στο παρελθόν στο μέλλον και πάλι πίσω ή μπροστά. Από την αρχή πάλι του βιβλίου γνωρίζουμε το τέλος του Σιμ Σιχέριες, μένει μόνο να ανακαλύψουμε στην πορεία τα κίνητρά του.

Το “Bonita Avenue” είναι ένα εγκεφαλικό, σκληρό και άκαρδο βιβλίο. Αν και μιλάει πολύ για τον κόσμο του ιντερνετικού πορνό, δεν έχει κανέναν ερωτισμό, σε καμία στιγμή ο αναγνώστης δε θα νιώσει σεξουαλικά ερεθισμένος, όλα παρουσιάζονται με τρόπο κλινικό και αποστειρωμένο, χωρίς κανέναν αισθησιασμό, αλλά και καμία χυδαιότητα. Δε καταφέρνεις να αισθανθείς πολλά πράγματα για κανέναν από τους ήρωες, ίσως αυτή η έλλειψη συναισθήματος να είναι και η μεγαλύτερή μου ένσταση απέναντι στο βιβλίο. Οι ήρωες δρουν με ποταπά κίνητρα – το χρήμα, τη φήμη, την εκδίκηση -, κάνουν τεράστια λάθη και πληγώνουν όσους τους αγαπούν, απομένοντας στο τέλος ολομόναχοι και παγωμένοι, σαν τα μονίμως ψυχρά ολλανδικά τοπία που περιγράφει ο συγγραφέας, πολύ πολύ μακριά από την ηλιόλουστη Μπονίτα Άβενιου, τη μοναδική γειτονιά όπου η οικογένεια Σιχέριες ήταν ακόμα πλήρης και ευτυχισμένη…

2018-01-08-10-06-491090676318.jpg

Το ελληνικό εξώφυλλο και το αγαπημένο μου ξένο. Βρίσκω πανέμορφο το ξένο εξώφυλλο, κρίμα που δεν διατηρήθηκε και στην ελληνική μετάφραση.

Βonita Avenue, Peter Buwalda, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 556 σελίδες.